" Μάϊρα"
" Μάϊρα "
Μ.Π. 22/02/25
Στου Χάνδακα τα τείχη καβαλάρης
Δυο βήματα απ’ την πύλη του Ιησού
Πεζεύει να ποτίσει τ’ άλογο του
Την είδε και του μάγεψε το νου
Σκυφτή κρυφοκοιτούσε τρομαγμένη
Στα μαύρα της τα μάτια ερημιά
Μονάχη απ’ τους έκπτωτους διωγμένη
Ζηλέψανε την τόση ομορφιά
Την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του
Τον μαύρο του τυφώνα καβαλά
Ενώθηκαν οι χτύποι της καρδιά τους
Τα γκέμια προς το σπίτι του τραβά
Φτωχός κι αν ήταν κι άσχημη η θωριά του
Για ‘ κείνη ότι πιο όμορφο είχε δει
Στα μάτια αντανακλά η ομορφιά σου
Αυτή που κρύβεις μέσα στην ψυχή
Της είπε ξέχασε πια ήσουν πρώτα
Η Μάϊρα μου θα ‘σαι τώρα πια
Και μοίραζε στα δύο την μπουκιά του
Μα χόρταινε από πρώτα πιο καλά
Σκληρός ο χρόνος κι όσο κι αν παλέψεις
Κανείς ποτέ δεν βγήκε νικητής
Το ξέρεις μα δε θες να το πιστέψεις
Τα πλάσματα όλο φως φεύγουν νωρίς
Δεν θόλωσε η λάμψη των ματιών της
Μα έβγαινε η ανάσα της βαριά
Μια τούφα να την έχει φυλακτό του
Κρατά απ’ τα χρυσά της τα μαλλιά
Πριγκίπισσα μου που μ’ αφήνεις μόνο
Φοβάμαι τους ανθρώπους είν΄ σκληροί
Σκληρός και γω πριν να σε βρω στο δρόμο
Πριν να με μάθεις ν’ αγαπάω σαν σκυλί…